04/09/2021
ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ: ΤΟ ΣΧΗΜΑ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ
Η σημασία του ελληνικού αλφαβήτου αλλά και τα σχήματα των γραμμάτων δεν είναι καθόλου τυχαία. Πέραν ελαχίστων εξαιρέσεων χρησιμοποιούμε ακριβώς το ίδιο αλφάβητο εδώ και χιλιετίες (βλ. πινακίδα Δισπηλιού Καστοριάς 5250π.Χ, όστρακο στα Γιούρα Αλλονήσου 5500 π.Χ). Ανάλογα την πόλη-κράτος παρατηρούνται κάποιες διαφορές στον αριθμό των γραμμάτων π.χ το Κορινθιακό και της Μιλήτου αποτελείτο από 24 γράμματα,της Κύμης (Χαλκιδικό) από 25. Το Ιωνικό είχε 27 γράμματα (το οποίο και υιοθετήθηκε ως κοινό αλφάβητο από όλους τους Ελλαδίτες κατά τον 4ο αι.π.Χ) και το Κρητικό 21. Η σημασία των γραμμάτων και η έμπνευση των σχημάτων τούς έχει ως εξής:
Α: (Μέγα Ετυμολογικόν). Βρέθηκε πρώτο απ’ όλα, εξ ου και η πρώτη θέση που κατέχει στο αλφάβητο. Είναι ο πρώτος φθόγγος του ανθρώπου , εφόσον τον φθέγγει ασυναίσθητα από την γέννησή του. Το πρώτο κλάμα του είναι , όταν χτυπάει, όταν πονάει, όταν γελάει, όταν χαίρεται, όταν κλαίει έχει την τάση να φθέγγει αυτό. Απ’το ἀλφαίνω παρήχθησαν διάφορες λέξεις όπως τιμαλφή, αλφάνω (=προσπορίζομαι, κτῶμαι), αλφή (= η κτήση), αλλά και η λέξη αλφεσίβοιος (= αυτός-η που έχει πολλά βόδια στην κατοχή του/της). Από τις αλφεσίβοιες παρθένες* ενεπνεύσθησαν οι Σημίτες το , γι’αυτό και στην γλώσσα τους σημαίνει το βόδι. Λέξεις όπως ἅλς, ἀήρ, αἰθήρ, ἀνθρωπος, ἄρουρα, ἄνω κ.ά δεν έχουν τυχαία το -α ως αρχικό τους γράμμα. Το σχήμα του θυμίζει τοιχογραφίες από τους πρώτους ανθρώπους που βρέθηκαν σε σπήλαια, οι οποίοι αναπαριστούνταν με τα πόδια ανοιχτά να πατάνε γερά στη γη και τα χέρια είτε ανοιχτά διάπλατα, είτε ανασηκωμένα κι ενωμένα πάνω απ’το κεφάλι.
* ( σημ.: θεωρούνταν οι πολύ όμορφες, καθώς οι γαμπροί αναγκάζονταν να προσκομίσουν, να αλφάνουν στους γονείς της νύφης πολλά βόδια για να την νυμφευτούν.)
Β: > (Μέγα Ετυμολογικόν). Το βήτα εκφράζει γενικότερα την βοή του βορρά, το βουητό αλλά και το βάδισμα, την κίνηση, γι’αυτό και το σχήμα του θυμίζει ιστίο με αναπεπταμένα τα πανιά του. Λέξεις όπως βάξις (= η φωνή, βλ. voix, voice, voce κλπ), βόμβα, βροντή, βαίνω δεν είναι καθόλου τυχαίο που φέρουν ως αρχικό γράμμα τους το Β.
Γ:> (Μ.Ε). Το σχήμα του ακριβώς για αυτόν τον λόγο θυμίζει δρεπάνι. Και όπως το υνί θερίζει την γη και αυτή οργιάζει, το ίδιο και η Γ-υνή. Δεν είναι τυχαίο ούτε κι εδώ το πρώτο γράμμα της λέξεως, αλλά ούτε και το ότι η κοιλιά της γυναικός ελέγετο και άρουρα ( =γη). Λέξεις που περιγράφουν γονιμοποίηση, γωνίες, λάξευμα-γραφή και οτιδήποτε το σχετικόν με την γη περιέχουν συνήθως το γράμμα Γ.
Δ:Το Μ.Ε δεν δίνει ορισμό για το γράμμα Δ. Η φιλόλογος/ερευνήτρια Α. Τζιροπούλου αλλά και άλλοι επιστήμονες αναφέρουν πως έχει εισέλθει ως γράμμα κατ’ευθείαν από την γραμμική Β’. Το σχήμα του θυμίζει τους δέλτους (=πίνακες γραφής). Ο Πλάτων αναφέρει στον Κρατύλο πως πρόκειται εν ολίγοις για το γράμμα που συμβολίζει την δύναμιν. Συμβολίζει και την σταθερότητα καθ’ότι έχει γερή βάση, αλλά και τον δούπο. Λέξεις σχετικές με την δύναμιν και την σταθερότητα όπως δόρυ, δάκνω,δαμάζω, δύω, δέρω, δράττω, δηλητηριάζω, δρυς, δόμος, δεσμός περιέχουν συνήθως το γράμμα Δ.
Ε:> (Μ.Ε). Το γράμμα που υποδηλώνει την επέκταση του αιώνος, την απόσταση γενικότερα, την πορεία στον χρόνο. Δεν είναι τυχαία η συλλαβική αύξηση στα ρήματα, η οποία μπαίνει μόνον στους ιστορικούς χρόνους για να δηλώσει την απόστασή μας από το Έκτοτε/Εκεί Ἐως το Εδώ. Το σημαντικότερο ρήμα πορείας στο χρόνο είναι το Εἰμί, αλλά και οτιδήποτε εκφράζει τον τόπο και τον χρόνο συνήθως ξεκινά από Ε. Ας μην ξεχνάμε ότι οι προθέσεις εἰς, ἐν, ἐκ, ἐπί ξεκινούν όλες από Ε. Πριν τον 5ο αι. π.Χ γραφόταν και αντί του Η αλλά και του ΕΙ.
Ζ:> (Μ.Ε). Το γράμμα αυτό κατατάσσεται στα διπλά γράμματα, καθώς είναι ένας συνδυασμός του Σ και του Δ. Το σχήμα του γράμματος συμβολίζει την ένωση, το ζευγάρωμα. Λέξεις που είναι αποτέλεσμα ενώσεως, ζευγαρώματος όπως είναι ο ζυγός αλλά και η ζωή περιέχουν το Ζ. Ο Σουϊδας κ.ά γράφουν πως το εφηύρε ο Παλαμήδης μαζί με τα χ,φ,θ.
Η: (Μ.Ε). Πράγματι το Η αν το γυρίσεις πλάγια σου δίνει Τ κι αν λίγο πλαγιάσει προς τα δεξιά η πρώτη κάθετός του και η οριζόντια γραμμή του στραβώσει σου δίνει Α . Δεν είναι τυχαίο πως το Η αλλάζει σε Α μεταξύ διαλέκτων, αλλά ακόμα και κατά την χρονική αύξηση. Στο ιωνικό αλφάβητο συμβόλιζε την δασεία πνοή (αναλύεται παρακάτω).
Θ:> (Μ.Ε). Το σχήμα του Θ παλαιότερα ήταν στρογγυλό είτε με έναν μικρότερο κύκλο στην μέση και θύμιζε οφθαλμό, είτε είχε ένα Χ/σταυρό στην μέση και θύμιζε τροχό (βλ. φωτογραφία). Εξ ου και συνδέθηκε με ρήματα θέασης, όπως το θεῶμαι, θαυμάζω (=βλέπω και απορώ), Θεός κ.ά., αλλά και με λέξεις που δηλώνουν το θεῑν (=τρέχω) και την ορμητικότητα όπως θοός (=γρήγορος), θάττων (= ταχύτερος), τ/θρέχω, θώς (=τσακάλι) κλπ. Κατά άλλους το Θ με τον κύκλο κυρίως στην μέση θυμίζει και τον μαστό της γυναικός (βλ.θήλυ, θηλάζω).
Ι:> (Μ.Ε). Το ιώτα πράγματι ομοιάζει με βέλος (ιός). Γενικότερα χρησιμοποιείται σε λέξεις που περιγράφουν κάτι ψιλό, λεπτό, το οποίο εύκολα μπορεί να τρυπώσει κάπου, όπως ο ιός. Γι’αυτό και ο Πλάτων στον Κρατύλο δικαιολογεί την γραφή του ἵεσθαι (= ρίπτεσθαι) και του ἰέναι (=πορεύεσθαι) με ιώτα.
Κ:> (Μ.Ε). Το Κ χρησιμοποιείται για να δηλώσει τον κ-ρότο, το κ-τύπημα, την κ-οπή (κουρεύς, κορμός, κᾶλον κλπ). Παλαιότερα (Γραμμική Β’ ->ΚΙ) το σχήμα του θύμιζε την κεφαλή τσεκουριού. Συμβολίζει και το κ-ράτος (= δύναμις). Οι γωνίες που διαθέτει αποτυπώνουν ακόμη και την έννοια της κ-άμψεως.
Λ:> (Μ.Ε). Πράγματι με το λάμβδα γλιστράει η γλώσσα, υγραίνεται το στόμα, κυλάει και λειαίνεται ο λόγος, η λαλιά, όπως η λᾶς κι οι λίθοι. Συμπεριλαμβάνεται σε λέξεις που συμβολίζουν το υγρό, το γλοιώδες, το κολλώδες. Το σχήμα του θυμίζει λαβίδα (βλ. λαμβάνω, λεία, λαύω κλπ) αλλά και βουνό, απ’όπου ανατέλλει ο ήλιος γι’αυτό και συμβολίζει και το διαχεόμενο φώς, την λυκή (lux), την λάμψη, το λευκό του φωτός.
Μ:> (Μ.Ε). Διόλου τυχαίο που χαρακτηρίζεται ένρινο εφόσον βγαίνει από τους μυκτήρες μας (ρουθούνια). Βρίσκεται σε λέξεις που υποδεικνύουν το κλειστό (μύω=κλείνω (Μ.Ε). Χρησιμοποιείται σε λέξεις που δηλώνουν το ένδον, την εσωτερική φωνή, την νόηση, η οποία σχετίζεται με το (= πορεύομαι δια θαλάσσης) αλλά και με το (=ρέω). Δεν είναι τυχαίο το ότι η πρόθεση ἐν, η οποία δηλώνει το εσωτερικό περιέχει το γράμμα αυτό, όπως και λέξεις που έχουν να κάνουν με την διάνοια [νεύω (= γέρνω το κεφάλι μου για να συμφωνήσω/διαφωνήσω, πράγμα το οποίο δηλώνει πρότερη σκέψη),γ-νώσκω, νέμω (= για να μοιράσεις σωστά χρειάζεται υψηλή νόηση), μίμνω (= ίσταμαι κατόπιν συλλογισμού), μηνύω, νηφάλιος (νοῦς+φῶς) κ.ά].
Φυσικά δεν θα μπορούσε να λείπει το κυριότερο ρήμα, το νοώ κι αν βάλεις εμπρός και όλες τις προθέσεις (υπονοώ, εννοώ, κατανοώ,μετανοώ διανοούμαι κλπ), φτιάχνεις ακόμα περισσότερες σύνθετες και παρασύνθετες λέξεις.
Είναι γράμμα ευφωνικό και βαθέως διανοητικό και η κατάργησή του απ’το τέλος ορισμένων λέξεων είναι καταστροφική για την μουσικότητα -και όχι μόνον- της γλώσσας. Βέβαια υπάρχουν και οι περιπτώσεις που το Ν δεν είναι ευφωνικό (όπως π.χ η αιτιατική ενικού, δεν κ.ά), όπου εκεί η κατάργησή του αποτελεί -αν μη τι άλλο- μοιραίο για την γλώσσα μας σφάλμα.
Ξ:> (Μ.Ε). Συγκαταλέγεται και αυτό στα διπλά σύμφωνα, καθώς αποτελεί συνδυασμό ουρανικού (Κ,Γ,Χ) και Σ και πράγματι έτσι έγραφαν πριν τον 5ο αι. π.Χ οι Αθηναίοι τον φθόγγο Ξ. Χρησιμοποιείται σε λέξεις που δηλούν το ξύσιμο, όπως ξέω, ξαίνω, ξύλον, ξυράφι, ξίφος, εξ ου και το σχήμα του γράμματος, το οποίο θυμίζει χτένα, τσουγκράνα.
Ο: (Μ.Ε). Το στρογγυλό σχήμα του θυμίζει τα χείλη μας όταν το προφέρουμε. Χρησιμοποιείται σε λέξεις που δηλώνουν τον κλειστό χώρο, την ιδιωτικότητα, την περιοχή, όπως οίκος, οδός, οἶος (=μόνος), ομού κλπ. Επιπλέον, φανερώνει και την δείξη/εξαίρεση (βλ. αντωνυμίες/άρθρα) και γι’αυτό χρησιμοποιείται και σαν επιτατικό (όπατρος, οξύς, όνυξ). Πριν την μεταρρύθμιση οι Αθηναίοι το χρησιμοποιούσαν και αντί του ΟΥ, Ω.
Π:> (Μ.Ε). Συμβολίζει την πίεση, καθώς για να το προφέρουμε πιέζουμε τα χείλη μας. Εκ της πιέσεως και το σχήμα του, που είναι 2 κάθετες γραμμές πιεζόμενες από μία οριζόντια. Δηλώνει και την σταθερότητα εφόσον κάτι που πιέζεται στην γη είναι σταθερό. Γι’αυτό και λέξεις πιέσεως και σταθερότητος όπως πήγνυμι, πίεση, πίων ( =παχύς, ο εξασκών επί της γης πίεση), πατώ, πόδι κ.ά ξεκινούν απ’αυτό. Το ίδιο ισχύει και για τις λέξεις ψυχικής πιέσεως όπως πάθος, πόθος, πένθος, πόνος, πήμα (=τραύμα), ποινή κ.ά. Αλλά και η πρόθεση εχθρικής διάθεσης το περιέχει διόλου τυχαία. Το σχήμα του ακόμα θυμίζει και πύλη/πόρτα (αντιδάνειο > πείρω, διαπερνώ εξ ου και το λιμάνι-> portus), γι’αυτό και λέξεις που υποδηλώνουν το πέρασμα συνήθως ξεκινούν απ’αυτό.
Ρ: > (Μ.Ε). Μαζί με το Λ αποτελούν τα πιο εύροα γράμματα της ελληνικής αλφαβήτου. Άλλωστε και το σχήμα του έχει μια τάση ροής προς τα κάτω, γι’αυτό και ως επί το πλείστον χρησιμοποιείται για να δηλώσει την ροή -κυριολεκτικώς και μεταφορικώς-, εξ ου και ρήτωρ, ρύση, ρούς, ρεύμα, ρυθμός κ.ά αλλά περικλείεται και σε λέξεις που δηλώνουν την φορά, την κίνηση και την σείση όπως τρόμος, κρότος, θραύσμα, ερύω (=σύρω), τρίβω κ.ά.
Σ:> (Μ.Ε). Είναι γράμμα συριστικόν και θυμίζει ήχο ριπτομένου αντικειμένου, σκλήρυνση καυτού μετάλλου που εμβαπτίζεται σε κρύο νερό, αλλά και ήχο σείσεως, παλίνδρομης κινήσεως εξ ου και λέξεις όπως σόλος (=δίσκος), σίδηρος, σφυρίζω, σαίρω, σπάω (=σύρω μετά πιέσεως), σεισμός, σαίνω ( για σκύλους = κουνώ τη ουρά), σείριος, σεύω, σκήπτρο κ.ά. Το γράμμα θυμίζει σύμβολο που σχηματίζεται με παλινδρομικές κινήσεις της γραφίδος.
Τ:>. Το σχήμα του θυμίζει σταυρό αλλά και σφυρί. Χρησιμοποιείται σε λέξεις που δηλώνουν χτύπημα, φοβερή δύναμη, κρότο εργαλείου, μαστόρεμα γενικότερα, όπως τεύχω, τέκτων, τέχνη, τύπτω, τάλας, ταράσσω, τείχος, κτίζω, τέμνω, τείνω, τρύ(π)ω, τείρω (=φθείρω), τέρας, ταύρος κ.ά. Ο Πλάτων γράφει πως και πράγματι μετά από ένα συριστικό Σ το Τ ΣΤαματά την κίνηση.
Υ:> (Μ.Ε). Το σχήμα του θυμίζει κύπελλο κι αυτό γιατί έχει συνδεθεί με το υγρό στοιχείο, όπως είναι το ύδωρ, ο υετός (=βροχή), ύρχη (=αγγείο), υδρία, ύαλος, Υάδες, υψηλά (απ’όπου πέφτει ο υετός) κ.ά. Αυτός είναι και ο λόγος που περιέχεται κυρίως σε λέξεις που δηλώνουν το κυρτό, το σκεύος για συλλογή υγρού.
Φ:> (Μ.Ε). Ο Πλάτων στον Κρατύλο το περιγράφει ως πνευματώδες, το οποίο ι, εξ ου και το σχήμα του που δείχνει . Χρησιμοποιείται σε λέξεις που δηλώνουν φύσημα ή χρειάζονται την πνοή για να υπάρξουν, όπως φουσκώνω, φλόξ, φυσώ, φωνή, φύση, φωτιά, φως, φθόγγος κ.ά.
Χ:> (Μ.Ε). Δηλώνει το σχίσιμο, το χύσιμο υγρού ή σταθερού, εξ ου και το σχήμα του θυμίζει κλεψύδρα. Σχίζει την αιωνιότητα σε παρελθόν και μέλλον. Το παρόν είναι επί της ουσίας η στιγμή που το > παρελθόν και το < μέλλον ενώνονται. Λέξεις διαχύσεως, διαχωρισμού και χωροχρόνου ξεκινούν συνήθως από Χ, όπως χάος, χρόνος, χώρος, χύμα, χυμός, χρυσός, χαλκός, χάνω, χάσμα, χαράδρα, χωρίζω, χάσκω, χαρά, χορός κ.ά.
Ψ:> (Μ.Ε). Κι αυτό αποτελεί διπλό γράμμα, αυτήν την φορά χειλικού (Π,Β,Φ)+ Σ. Σημαίνει το ψαύειν (= ψηλαφώ, ψαχουλεύω) αλλά κατά τον Πλάτωνα στον Κρατύλο είναι κι αυτό . Έχει συνδεθεί με λέξεις ψαύσεως αλλά και πνοής όπως ψήω (=τρίβω),) ψαίω ( =αλέθω), ψ-άμμος, ψαύστης (=ο ψάλτης, ως ψαύων τις χορδές της κιθάρας), ψιλός, ψευδός, ψεύδος, ψήγμα, ψάχνω, ψυχή, ψύξη κ.ά.
Ω:Είναι μεταγενέστερο γράμμα της ελληνικής αλφαβήτου και δεν ορίζεται από το Μ.Ε. Το ω-μέγα παλαιότερα γραφόταν με δύο ό-μικρον καθώς συμβολίζει το μακρό Ο, γι’αυτό κι όταν ένωσε τα 2 Ο, ο Σιμωνίδης σχημάτισε το γράμμα ω (σημερινό πεζό). Το Ω σηματοδοτεί τον ευρύτερο χώρο, την κίνηση προς έναν χώρο, γι΄αυτό και τα περισσότερα ρήματα λήγουν σε αυτό. Οι γραμμές του σχήματός του θα μπορούσαν να προεκταθούν επ’άπειρον γι΄αυτό και περιέχεται σε λέξεις που υποδηλώνουν το άπειρο, το αμέτρητο,τον μεγάλο χώρο, όπως ωκεανός, χΩρος, ωκύς, ώρα, Ωρίων, Ωγυγία, ωψ. Σε πολλές λέξεις έχει μετατραπεί σε -ου (βλ. Ο), όπως ωρανός, (φ)πρ(ο)ωρός, κώνωψ, κώδων κλπ.
Το Ιωνικό διατηρούσε ακόμα 3 γράμματα το δίγαμμα, το κόππα και το σαμπί, τα οποία χάθηκαν το 403 π.Χ επί άρχοντα Ευκλείδη, υπό την εισήγηση του Αρχίνου. Στην ίδια μεταρρύθμιση το Η, το οποίο μέχρι τότε σήμανε την δασεία πνοή, απέκτησε την χροιά του μακρού Ε (εξ ου και η χρονική αύξηση -η- των ρημάτων από -ε-). Για να μην μπερδεύονται διχοτόμησαν το Η καθέτως και η αριστερή πλευρά του κατέληξε να γίνει η δασεία ├(η ψιλή αργότερα ήταν το δεξί κομμάτι του Η, ┤). Το πολυτονικό όπως το ξέρουμε εισήχθη περί το 200 π.Χ από τον Αριστοφάνη τον Βυζάντιο, για να βοηθήσει τους βαρβάρους να μιλούν σωστά ελληνικά. Καταργήθηκε το 1982 εν μία νυκτί, 6 χρόνια μετά την κατάργηση της καθαρευούσης. Η σημασία και το σχήμα των εκλιπόντων γραμμάτων:
F:Το δίγαμμα είναι ακριβώς αυτό που λέει το όνομά του, ένα διπλό γάμ(μ)α, για την ακρίβεια είναι σαν να γράφεις ένα γάμ(μ)α πάνω από ένα άλλο. Γενικότερα ήταν το γράμμα μπαλαντέρ θα λέγαμε, καθώς έχει αντικατασταθεί από όλα τα σημερινά γράμματα της αλφαβήτου, αλλά ακόμα και απ’ τα πνεύματα (δασεία/ ψιλή) (βλ. δοιάκι,γάρσην αντί Fοιάκι, Fάρσην, ῥάκος αντί Fράκος κ.ά). Ετίθετο στην αρχή όσων λέξεων ξεκινούσαν από φωνήεν ή ρ, γι’αυτό άλλωστε μαθαίνουμε στο μάθημα των αρχαίων πως το ρ πάντα δασύνεται.
Μπορούσε όμως να βρεθεί και μέσα στην λέξη κι εκεί ως φθόγγος θα λέγαμε πως σε γενικές γραμμές έμοιαζε κάτι ανάμεσα σε Φ και Β, αλλά δεν ήταν τόσο σκληρό. Ίσως κάτι σαν το σημερινό Υ όταν βρίσκεται δίπλα από -α- ή -ε-, ή ένας ήχος όπως αυτός που βγάζει το W στην λέξη Washington, wine (εκ του Fοῖνος). Σε κάθε περίπτωση όταν αφαιρέθηκε από το αλφάβητο, αντικατεστάθη από το Υ (βλ. αυτί).
Q:Ο φθόγγος του κόππα στο ιωνικό αλφάβητο αντικαταστάθηκε από το Κ. Ο ήχος που έβγαζε ήταν πιο σκληρός από αυτόν του Κ και προφερόταν ακριβώς όπως προφέρεται αυτό σήμερα στις συλλαβές ΚΑ,ΚΟ,ΚΟΥ. Το Κ τότε ακουγόταν πιο μαλακό, όπως ακούγεται και σήμερα όταν προφέρουμε όμως τα ΚΕ,ΚΙ. Αυτός ο διαχωρισμός του σκληρού/μαλακού Κ έχει περάσει και στις αλλοδαπές γλώσσες (π.χ αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά), οι οποίες στο δικό τους φθόγγο για το Κ (C) κρατούν αυτήν την ηχητική διαφοροποίηση (βλ. διαφορά στην προφορά του ca,co από τα ci,ce στις προαναφερθείσες γλώσσες).
Έχουν διασωθεί αρχαίες επιγραφές με το κόππα (όπως ΠΑΤΡΟQΛΟΣ, QΟΡΙΝΘΟΣ, ΕQΤΩΡ) κι έτσι είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε την ακριβή χρήση/ προφορά του. Μάλιστα αυτή του η ελάχιστη διαφορά από το σχεδόν ομόηχό του Κ, φαίνεται πως ήταν από τις σημαντικότερες και από τις βασικότερες γνώσεις που θα έπρεπε να έχει ένα παιδί, διότι υπήρχε η φράση για τους ανεπίδεκτους μαθήσεως >. Το γράμμα εισήλθε στην γλώσσα απ’ευθείας από την γραμμική Β’.
ϡ:Το σαμπί ονομάζεται έτσι γιατί το σχήμα του είναι σαν Π. Είναι το τελευταίο σε σειρά γράμμα του αλφαβήτου και αντιστοιχούσε στον αριθμό 900. Έχει βρεθεί μόνο σε μία επιγραφή (της Κυζίκου), όπου η λέξη ΝΑΥΣΣΟΣ γράφεται ως ΝΑΥϡΟΣ. Συμπεραίνουμε λοιπόν πως πρέπει να διαβαζόταν ως παχύ σίγμα.
Οι κάτοικοι του Λατίου της Ιταλίας παρέλαβαν απ’τους Έλληνες αποίκους το Χαλκιδικό αλφάβητο, το οποίο δεν περιελάμβανε το Ξ και το Ω, αλλά είχε το F και την Q, γράμματα που διατηρούνται ως σήμερα στο αλφάβητο και μάλιστα στην θέση τους ( το δίγαμμα μετά το Ε, το Q μετά το Ρ). Χαρακτηριστικό του Χαλκιδικού αλφαβήτου είναι πως το γράμμα Χ αντιστοιχούσε στο ιωνικό γράμμα Ξ και το Η στον σημερινό δικό μας φθόγγο Χ, αντιστοιχία που διατηρείται έως και τις μέρες μας όσον αφορά στην προφορά του. Επιπλέον, το ιωνικό Λ οι Χαλκιδείς το έγραφαν σαν το σημερινό L όπως φαίνεται και στην κεντρική φωτογραφία, το Γ έμοιαζε πιο πολύ με C, το ιωνικό Δ έμοιαζε πιο πολύ με D και το Σ με S, γράμματα που επίσης διατηρούνται αυτούσια έως και σήμερα στις λεγόμενες λατινογενείς γλώσσες.
Ένα είδος μικρογράμματης γραφής εισήχθη κατά τους ελληνιστικούς χρόνους, ότε χάθηκε το γεωμετρικό σχήμα των γραμμάτων, που είχε επιμεληθεί ο Πυθαγόρας. Οι λόγοι ήταν κυρίως καθώς η αντιγραφή χιλιάδων χειρογράφων απαιτούσε ταχύτητα. Έτσι οι γωνίες σμιλεύτηκαν κι έγιναν καμπύλες και σε συνδυασμό με τα τονικά σημάδια που έδειχναν ενωμένα με τα κεφαλαία γράμματα, τα τελευταία φαίνονταν ακόμα πιο ασύμμετρα (επισεσυρμένη γραφή). Ήδη απ’τον 7ο αι. μ.Χ, τα γράμματα θύμιζαν περισσότερο τα σημερινά πεζά παρά τα κεφαλαία μας. Τον 9ο αι. μ.Χ επισημοποιήθηκε/καθιερώθηκε η μικρογράμματη γραφή όπως την ξέρουμε σήμερα, καθώς την χρησιμοποιούσαν πλέον ακόμα και στα πιο επίσημα έγγραφα.
Το ελληνικό αλφάβητο (συμπεριλαμβανομένων και των εκλιπόντων γραμμάτων από το Ιωνικό) χρησιμοποιήθηκαν από τους Έλληνες και ως αριθμοί, αλλά και ως νότες.
Πληροφορίες αντλήθηκαν από τα βιβλία: , Άννα Τζιροπούλου, Πλάτων και , Ζ. Καλλέργου εκδ. 1499 κι από την ιστοσελίδα του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης